Η επανεμφάνιση του όρου «εργαζόμενοι φτωχοί» στην κυπριακή πραγματικότητα κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την κοινωνική συνοχή. Σύμφωνα με την Πρόεδρο του Εθνικού Δικτύου Ενάντια στη Φτώχεια (ΕΔΕΦ), Ελένη Καραολή, διανύουμε μια εποχή όπου η εργασία, ακόμη και η πλήρης απασχόληση, δεν αρκεί πλέον για την κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών.
Παρά τη σταθεροποίηση του πληθωρισμού, το κόστος ζωής παραμένει δυσβάσταχτο. Οι υψηλές τιμές στα ενοίκια, την ενέργεια και τα καύσιμα μετακυλίονται στα είδη πρώτης ανάγκης, οδηγώντας πολλούς εργαζόμενους σε αδιέξοδο. Το αποτέλεσμα είναι μια νέα γενιά ανθρώπων που αναγκάζονται να αναζητήσουν δεύτερη εργασία, να δουλεύουν ατελείωτες υπερωρίες ή να παραμένουν στο πατρικό τους σπίτι για να επιβιώσουν. Οι ιστορικές κατακτήσεις, όπως το οκτάωρο («8 ώρες εργασία, 8 ώρες ανάπαυση, 8 ώρες ελεύθερος χρόνος»), φαίνεται να καταρρέουν μπροστά στην ανάγκη για συμπληρωματικό εισόδημα.
Η κ. Καραολή υπογραμμίζει ότι το φαινόμενο πλήττει ιδιαίτερα ευάλωτες ομάδες, όπως γυναίκες, μονογονείς και συνταξιούχους. Η πίεση αυτή δεν είναι μόνο οικονομική αλλά και ψυχολογική, καθώς το καθημερινό άγχος για την επιβίωση οδηγεί σε σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μέλη του δικτύου αναγκάζονται να μεσολαβούν ακόμη και για την εξασφάλιση φαγητού από φούρνους και μαγειρεία για εργαζόμενους πολίτες.
Είναι σαφές ότι όταν ένας πολίτης εργάζεται αλλά παραμένει φτωχός, το πρόβλημα παύει να είναι ατομικό και καθίσταται δομικό. Η Πολιτεία οφείλει να παρέμβει με μια ολοκληρωμένη στεγαστική στρατηγική και πολιτικές που να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες, διασφαλίζοντας ότι η εργασία θα αποτελεί ξανά μέσο αξιοπρεπούς διαβίωσης και όχι απλώς έναν αγώνα για την επιβίωση.
Πηγή: https://www.philenews.com/oikonomia/apopsis-ikonomia/article/1701346/ergazomeni-ftochi-to-2026/




